διασκεδάζω

διασκεδ-άζω, = sq., LXXPs.32(33).10;
A disperse a tumour, Aët. 15.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκεδάζω — disperse pres subj act 1st sg διασκεδάζω disperse pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζω — διασκεδάζω, διασκέδασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διασκεδάζω — (AM διασκεδάννυμι Μ και διασκεδάζω) διασκορπίζω, αποδιώχνω νεοελλ. 1. ψυχαγωγώ, προκαλώ σε κάποιον ευθυμία, ευχαρίστηση 2. ψυχαγωγούμαι, μετέχω σε διασκέδαση αρχ. 1. διαλύω («τὸν στρατὸν διεσκέδασε») 2. εξαφανίζω 3. ( ομαι) (για φήμη) διαδίδομαι …   Dictionary of Greek

  • διασκεδάζω — διασκέδασα, διασκεδάστηκα, διασκεδασμένος 1. διαλύω και διασκορπίζω δυσάρεστα συναισθήματα: Διασκέδασα τις ανησυχίες μου. 2. ψυχαγωγώ, κάνω κάποιον να περνάει ευχάριστα: Πάντα μας διασκεδάζει η παρέα σου. 3. περνώ ευχάριστα, ψυχαγωγούμαι: Δεν έχω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διασκεδάζω — [дьяскедазо] р …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διασκεδάζῃ — διασκεδάζω disperse pres subj mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres ind mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζει — διασκεδάζω disperse pres ind mp 2nd sg διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζοντα — διασκεδάζω disperse pres part act neut nom/voc/acc pl διασκεδάζω disperse pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζοντι — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat sg διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζουσι — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκεδάζουσιν — διασκεδάζω disperse pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διασκεδάζω disperse pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.